Πέμπτη, 10 Σεπτεμβρίου 2009

Aνοικτή επιστολή του Μακαριωτάτου προς τους Εκπαιδευτικούς


10/9/2009

Αγαπητοί μου,

Θα πρέπει να παραδεχθώ από την αρχή της χάραξης των γραμμών αυτών, ότι κινητήριος μοχλός της επιστολής αυτής είναι η αδυναμία μου να σας δω όλους από κοντά. Να χαρώ την ομορφιά της επικοινωνίας μαζί σας.
Όμως στον σκληρό πυρήνα της αδυναμίας αυτής κρύβεται η ελπίδα ότι, κάνοντας το πρώτο βήμα μιας επιστολής, θα προκύψουν τα επόμενα. Αυτά που όσο λίγα και αν είναι, ακόμα και αν το μόνο εφόδιο που έχουν είναι η «δυστοκία να εκστρατεύσουν εναντίον του λιγοστού χρόνου, που το έδαφός του ήδη έχει καταληφθεί από τις πολεμοχαρείς καθημερινές έννοιες», η ενότητά τους δημιουργεί τη συνάντηση. Ακόμα καλύτερα εφόσον η θέληση ευλογηθεί, τη συνοδοιπορία.

Δεν θα ήθελα να αρκεστούμε σε πολυδιατυπωμένες ευχές, στη «Λερναία κοινοτυπία», με αφορμή την αρχή της νέας σχολικής χρονιάς.
Επιθυμώ μόνο να θυμηθούμε, να προβληματισθούμε, να διαλεχθούμε και να υπερβούμε
....

Δεν με ενοχλεί η διαφωνία. Σαν πατέρας πολλά χρόνια ασκούμαι σε αυτή. Δεν με ενοχλεί ότι ίσως «η μνήμη να είναι απλώς το φιλολογικό ψευδώνυμο της λήθης» αρκεί να μην αφανίζεται η έγνοια για τα παιδιά μας. Μου αρκεί η υπέρβαση. Η δυνατότητα να αλλάζουμε ζωή, όταν ο ποιητής τονίζει το λάθος με θαυμαστικό.

Απαιτείται από όλους μας αυτός ο αγώνας. Για πολλούς λόγους. Θα μνημονεύσω μερικούς:

1. « Η βία, ογκηρή και βροντώδης, σέρνεται (ξανά) σαν ερπετό αποκαλύψεως, σπαράσσοντας τη σάρκα του ανθρώπου, για να αποστή του Χρέους του...». Η βία των νέων δηλώνει διαμαρτυρία στην απουσία ή στην παραμόρφωση της πατρότητας.
2. Όπως υποστηρίζουν πολλοί σύγχρονοι διανοητές, η εποχή μας δεν επιθυμεί πρόσωπα με ρόλους αλλά άτομα. «Μονάχα άτομα ανέστια και ξεριζωμένα από κάθε παρελθόν και επιπλέον ρηχά και ετερόνομα, εξαιτίας του φόβου μην παρεκκλίνουν από τους κανόνες της μόδας. Άτομα που συμπεριφέρονται στους άλλους ανθρώπους σαν να ήταν “αντικείμενα κατανάλωσης”. Άτομα, τέλος, για τα οποία το δυσκολώτερο πράγμα είναι να μπορέσουν να αγαπήσουν τον πλήσιον τους».

3. Τα παιδιά μας ωθούνται να επιλέξουν ένα κόσμο που δεν έχει παρελθόν. Δεν υπάρχουν σε αυτόν μεγάλες πνευματικές αξίες, παραδόσεις. Δεν υπάρχουν κείμενα τα οποία θα μυούν το νέο στην περιπέτεια της ανακάλυψης. Αντίθετα, όλα και η εκπαίδευση μετατρέπεται σε τεχνική που ετοιμάζει καταναλωτές.
Είναι σαφές ότι απαιτείται από εμάς μια πατρότητα, η οποία είναι κατ’ εικόνα της θείας. Τα παιδιά μας χρειάζονται την πατρότητα της περιχώρησης αγάπης και ελευθερίας, ενότητας και διαφοράς. Μια πατρότητα συνώνυμη της δωρεάς όπως τη διαπιστώνουμε στην παραβολή του φιλεύσπλαχνου πατέρα.
Ο ποιητής προσθέτει: «Τις ημέρες εκείνες έκαναν σύναξη μυστική τα παιδιά και λάβανε την απόφαση, επειδή τα κακά μαντάτα πλήθαιναν στην πρωτεύουσα, να βγουν έξω σε δρόμους και πλατείες, με το μόνο πράγμα που τους είχε απομείνει: μια παλάμη τόπο κάτω από τ’ ανοικτό πουκάμισο, με τις μαύρες τρίχες και το σταυρουδάκι του ήλιου. Όπου είχε κράτος και εξουσία η Άνοιξη». Η Άνοιξη είναι ένα σχολείο που δεν είναι «κολέγιο επικοινωνίας» αλλά θεσμός μετάδοσης. Σε αυτό το σχολείο ο δάσκαλος δεν είναι εμψυχωτής αλλά ανθρωποποιός.

Ο Αγ. Αντώνιος υποστήριζε: «Ανθρωποποιός πρέπει να λέγεται αυτός που μπορεί να εξημερώσει εκείνους που δεν έχουν παιδεία, ώστε να αγαπήσουν τους λόγους και την αγωγή.»

Τα παιδιά μας διψούν για αγάπη και νόημα ζωής. Για το λόγο αυτό όλοι μας πρέπει να μετρήσουμε το «έχειν» μας. Η μοναχικότητα που ζουν στο διαδίκτυο, στα παιχνίδια τους, στα SMS «…δεν είναι σκιά. Είναι ένα σαρκώδες ογκωδέστατο «θέλω» που εμείς τα διδάξαμε».

Είναι αλήθεια ότι εμείς οι ενήλικες ζήσαμε πολύ κοντά στο περιττό και μας στοιχίζει να το στερηθούμε πιο πολύ απ’ όσο στοιχίζει να στερηθούμε το απαραίτητο. Όμως δεν υπάρχει άλλος δρόμος στη γη για να περάσει η Άνοιξη παρά η έξοδός μας από το περιττό. Δεν υπάρχει άλλος δρόμος από την συνοδοιπορία όλων για χάρη όσων αγαπάμε.

Ο ποιητικός λόγος υποστηρίζει ότι «η προσευχή...τείνει την άδεια παλάμη της, περιμένοντας να την ελεήσει η πίστη με Θεό». Με τον ίδιο τρόπο τείνω την άδεια παλάμη μου περιμένοντας την αγάπη σας να την ελεήσει με πίστη, αγάπη στα παιδιά και συνοδοιπορία.

Πρός τούς μαθητές καί τίς μαθήτριες τῶν Γυμνασίων καί Λυκείων μέ τήν εὐκαιρία τῆς ἐνάρξεως τοῦ Νέου Σχολικοῦ ἔτους 2009-10

10/09/2009

γαπητά μου παιδιά,

Σε
να σύγχρονο τραγούδι κομε:
«Φυσάει κόντρα σέ
λάκερη γ
τ΄
γρια πετούμενα δέν βρίσκουν πηγή,
δέν
ντέχω τς βολς τή σιγή...».
Δέν ε
ναι πρώτη φορά πού νάντιοι νεμοι κάθε λογς μποδίζουν τήν νάσα το νθρώπου πού θέλει νά εναι λεύθερος. πίσης δέν εναι πρώτη φορά στήν στορία το νθρώπου πού τό βόλεμα εναι χθρός χι μόνο τν νέων νθρώπων λλά κάθε νθρώπου πού χει ραμα. Σέ ατό τόν γνα πήρξαν πολλοί νικημένοι λλά καί πολλοί νικητές......
νατέμνοντας τούς λόγους τς ττας λλά καί τς νίκης τν νθρώπων πού πάλαιψαν θά νακαλύψουμε πολλά κοινά στοιχεα. Τό πρτο στοιχεο εναι δια νθρώπινη φύση. Τό δεύτερο οσιαστικό εναι δυνατότητα καλλιέργειάς της. Καί τό τρίτο, τό ραμα καί θέληση γιά πέρβαση.
Στήν
ποχή μας, περισσότερο πό κάθε λλη φορά, χετε τήν ελογία τς πρόσβασης στό γαθό τς Παιδείας. Δυστυχς μως ο νάντιοι «νεμοι» ετε διαστρεβλώνουν τήν παιδεία σέ ποκλειστική παροχή παγγελματικς κπαίδευσης, ετε μποδίζουν ατή τη δυνατότητα πως συμβαίνει σέ πάρα πολλά παιδιά σέ λόκληρο τόν πλανήτη.
Δέν ε
ναι καθόλου σπάνιο φαινόμενο Παιδεία, να θυσιάζεται στό βωμό τς ξασφάλισης νός βέβαιου μέλλοντος. θυσία ατή μως χει τίμημα τή σιωπή τς μάθειας, τήν διαφορία γιά τόν νθρωπο και τίς οσιαστικές νάγκες του. σιωπή, πως σχυρίζεται ποιητής, καταδικάζει τούς νθρώπους νά μένουν «δανικοί και νάξιοι ραστές τν πομακρυσμένων θαλασσν καί τν γαλάζιων πόντων» χωρίς νά σκίσουν ποτέ «τή θολή γραμμή τν ριζόντων» πού ζωγραφίζει νατολή στό ξεκίνημα κάθε μέρας.
γαπητά μου παιδιά,
Μήν
νδώσετε στίς σειρνες τς πιλεκτικς κατάρτισης, μή φοβηθετε τήν βεβαιότητα πού πλήττει τίς κοινωνίες μας, μή δειλιάσετε μπροστά στό νδεχόμενο τς ποτυχίας, μή συρρικνώσετε τά νειρά σας. ντίθετα διψάστε γιά τήν λήθεια. πλστε τά νειρά σας. ναζητήστε τήν οσία τν πραγμάτων. Δημιουργείστε τόν αυτό σας.
Νά θυμάστε πάντοτε
τι:
«...Στά
γάλματα τς γωνίας
Στίς
γρές σιωπές
πάρχει να πρόσωπο
Τόσο πολύ βγαλμένο
πό τά δάκρυα
Τόσο
κατανόητο
Τόσο ζεστό στό χέρι πού το
γνέφει
να λλο πρόσωπο...», τό πρόσωπο το Χριστο.

Καλή καί ε
λογημένη χρονιά

Δευτέρα, 20 Απριλίου 2009

Πασχάλιος Κατηχητικός Ιωάννου Χρυσοστόμου

Ὅποιος εἶναι εὐσεβὴς καὶ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ, ἄς ἀπολαύσει τὸ ὡραῖο αὐτὸ καὶ λαμπρὸ πανηγύρι· ὅποιος εἶναι καλόγνωμος δοῦλος τοῦ Θεοῦ, μὲ εὐθυμία ἄς εἰσέλθει στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου του. Ὅποιος κουράσθηκε μὲ τὴ νηστεία, ἄς ἀπολαύσει τώρα τὴν ἀναταμοιβή· ὅποιος ἐργάσθηκε ἀπὸ τὴν πρώτη ὥρα, ἄς δεχθεῖ σήμερα τὴ δίκαιη πληρωμή· ὅποιος ἦλθε μετὰ τὴν τρίτη ὥρα, μὲ εὐχαρίστηση, ἄς γιορτάσει· ὅποιος ἔφθασε μετὰ τὴν ἕκτη ὥρα, ἄς μὴ ἔχει καμμιὰ ἁμφιβολία, γιατὶ δὲν πρόκειται νὰ ζημιωθεῖ· ὅποιος καθυστέρησε καὶ ἔφθασε τὴν ἕνατη ὥρα, ἀς προσέλθει χωρὶς δισταγμοὺς· ὅποιος, τέλος, ἔφθασε τὴν ἑνδέκατη ὥρα, ἄς μὴ φοβηθεῖ τὴν ἀργοπορία. Ἐπειδὴ ὁ Κύριος εἶναι φιλότιμος, δέχεται τὸν τελευταῖο, ὅπως ἀκριβῶς καὶ τὸν πρῶτο· ἀναπαύει ἐκεῖνον ποὺ ἐργάσθηκε ἀπὸ τὴν ἑνδέκατη ὥρα, ὅπως ἐκεῖνον ποὺ ἐργάσθηκε ἀπὸ τὴν πρώτη ὥρα. Καὶ τὸν στερνὸ ἐλεεῖ καὶ τὸν πρῶτο θεραπεύει, καὶ σ' ἐκεῖνον δίνει καὶ σὲ τοῦτον κάνει χάρη, καὶ τὰ ἔργα δέχεται, καὶ τὴ γνώμη παραδέχεται· καὶ τὴν πράξη τιμᾶ καὶ τὴν πρόθεση ἐπαινεῖ. Ἐλᾶτε, λοιπὸν, ὅλοι στὴ χαρὰ τοῦ Κυρίου μας, καὶ πρώτοι καὶ δεύτεροι ἀπολαῦστε τὸν μισθὸ. Πλούσιοι καὶ πένητες σὰν ἀδέλφια χορεύτε. ὅσοι κρατηθήκατε καὶ ὅσοι παρασυρθήκατετὴν ἡμέρα τιμῆστε. Ὅσοι νηστέψατε καὶ ὅσοι δὲν νηστέψατε, εὐφρανθεῖτε σήμερα. Τὸ τραπέζι εἶναι γεμᾶτο, ἀπολαῦστε ὅλοι. Τὸ μοσχάρι εἶναι ἄφθονο, κανεὶς νὰ μὴ φύγει πεινασμένος. Ὅλοι ἀπολαῦστε τὸ συμπόσιο τῆς πίστεως· ὅλοι ἀπολαῦστε τὸν πλοῦτο τῆς ἀγαθότητας. ἄς μὴ θρηνεῖ κανεὶς γιὰ τὴν φτώχεια, γιατὶ φανερώθηκε ἡ βασιλεία γιὰ ὅλους· ἄς μὴ κλαίει κανένας γιὰ ἁμαρτίες, γιατὶ ἡ συγχώρηση ἐξῆλθε ἀπ' τὸν τάφο τοῦ Κυρίου. Ἄς μὴ φοβᾶται κανεὶς τὸν θάνατο, γιατὶ μᾶς ἐλευθέρωσε ὁ θάνατος τοῦ Σωτῆρα· τὸν ἔσβησε ἄν καὶ νεκρὸς· λαφυραγώγησε τὸν ᾄδη, Ἐκεῖνος ποὺ κατέβηκε στὸν ᾌδη· τὸν πίκρανε, καθώς γεύθηκε τὴν σάρκα Του. Αὐτὸ προφητεύοντας ὁ Ἡσαϊας φώναξε: "Ὁ ᾌδης πικράθηκε, ὅταν σὲ συνάντησε κάτω". Πικράθηκε, γιατὶ καταργήθηκε· πικράθηκε, γιατὶ ἐμπαίχθηκε· πικράθηκε, γιατὶ νεκρώθηκε· πικράθηκε, γιατὶ καθαιρέθηκε· πικράθηκε, γιατὶ δεσμεύθηκε. Ἔλαβε σῶμα ἀνθρώπου καὶ συνάντησε Θεὸ· ἔλαβε χῶμα καὶ συνάντησε οὐρανὸ. Ἔλαβε ἐκεῖνο ποὺ ἔβλεπε καὶ ἔπεσε ἀπὸ ἐκεῖ ποὺ δὲν ἔβλεπε. Ποῦ εἶναι, θάνατε, τὸ κεντρί σου; ποῦ εἶναι ᾌδη ἡ νίκη σου; Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε καὶ σὺ ἔπεσες κάτω. Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε καὶ οἱ δαίμονες ἔπεσαν. Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε καὶ ἄγγελοι χαίρονται. Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε καὶ ἡ ζωὴ κυριαρχεῖ. Ὁ Χριστὸς ἀναστήθηκε καὶ κανένας νεκρὸς στὸ μνῆμα του. Γιατὶ ὁ Χριστὸς ποὺ ἀναστήθηκε ἀπὸ τοὺς νεκροὺς, "ἀπαρχὴ τῶν κεκοιμημένων ἐγένετο", ἔγινε ἀρχὴ γιὰ τοὺς νεκροὺς. Σ' αὐτὸν ἀνήκει ἡ δόξα καὶ ἡ δύναμη στοὺς ἀτέλειωτους αἰῶνες· ἀμὴν.

Σάββατο, 18 Απριλίου 2009

ΣΤΑΣΙΣ ΠΡΩΤΗ

ζωὴ ἐν τάφῳ, κατετέθης Χριστὲ, καὶ ἀγγέλων στρατιαὶ ἐξεπλήττοντο, συγκατάβασιν δοξάζουσαι τὴν σὴν.

ζωὴ πῶς θνῃσκεις, πῶς ἐν τάφῳ οἰκεῖς, τοῦ θανάτου τὸ βασίλειον λύεις δὲ, καὶ τοῦ ᾅδου τοὺς νεκροὺς ἐξανιστᾷς;

Μεγαλύνομέν Σε, Ἰησοῦ βασιλεῦ, καὶ τιμῶμεν τὴν ταφὴν καὶ τὰ πάθη σου, δι' ὧν ἔσωσας ἡμᾶς ἐκ τῆς φθορᾶς.

Μέτρα γῆς ὁ στήσας, ἐν σμικρῷ κατοικεῖς, Ἰησοῦ παμβασιλεῦ, τάφῳ σήμερον ἐκ μνημάτων ἀνιστῶν.

Δεσπότης πάντων, καθορᾶται νεκρὸς, καὶ ἐν μνήματι καινῷ κατατίθεται, ὁ καινώσας τὰ μνημεῖα τῶν νεκρῶν.

ὡραῖος κάλλει, παρὰ πάντας βροτοὺς, ὡς ἀνείδεος νεκρὸς καταφαίνεται, ὁ τὴν φύσιν ὡραϊσας τοῦ παντὸς.

ζωὴ θανάτῳ, θαῦμα! πῶς ὁμιλεῖ; πῶς θανάτῳ καταργεῖται ὁ θάνατος; ἐκ θανόντος πῶς πηγάζει ἡ ζωή;

πὶ γῆς κατῆλθες, ἵνα σώσῃς τὸν Ἀδάμ, καὶ ἐν γῇ μὴ εὑρηκὼς τοῦτον Δέσποτα, μέχρις ᾅδου κατελήλυθας ζητῶν.

Νεκρωθέντα πάλαι, τὸν Ἀδὰμ φθονερῶς, ἐπανάγεις πρὸς ζωὴν τῇ νεκρώσει σου, νέος Σῶτερ ἐν σαρκὶ φανεὶς Ἀδάμ.

κριτὴς εἰς κρίσιν, ἀπαχθεὶς ὡς κριτὸς, κατακρίσεως ἡμᾶς ἠλευθέρωσας, τοὺς θνητοὺς ἀθανασίας ἀξιῶν.

ς βροτὸς μὲν θνῃσκεις, ἐκουσίως Σωτήρ, ὡς Θεὸς δὲ τοὺς θνητοὺς ἐξανέστησας, ἐκ μνημάτων καὶ βυθοῦ ἁμαρτιῶν.

Ὡς νεκρὸς ἐν τάφῳ, ὡς Θεὸς σὺν Πατρί, καὶ ἐν ᾄδῃ ὡς Δεσπότης τῆς κτίσεως, τοὺς δεσμίους ἀπολύεις τῆς φθορᾶς.

πὸ γῆν βουλήσει, κατελθὼν ὡς θνητὸς, ἐπανάγεις ἀπὸ γῆς πρὸς οὐράνια, τοὺς ἐκεῖθεν πεπτωκότας, Ἰησοῦ.

Οὐρανός σοι θρόνος, ὑποπόδιον γῆ, ὁ δὲ τάφος οὗτος τί σοι κληθήσεται; πάντως οἶκος ἀναστάσεως Χριστοῦ.

Δακρυρρόους θρήνους, ἐπὶ σὲ ἡ ἁγνή, μητρικῶς, ὦ Ἰησοῦ, ἐπιρραίνουσα, ἀνεβόα; Πῶς κηδεύσω σε, Υἱέ;

Οἴμοι, φῶς τοῦ κόσμου! Οἴμοι, φῶς τὸ ἑμόν! Ἰησοῦ μου ποθεινότατε, ἔκραζεν, ἡ Παρθένος θρηνῳδοῦσα γοερῶς.

Θεὲ καὶ Λόγε, ὦ χαρὰ ἡ ἑμὴ, πῶς ἐνέγκω σου ταφὴν τὴν τριήμερον; Νῦν σπαράττομαι τὰ σπλάγχνα μητρικῶς.

βουνοὶ καὶ νάπαι, καὶ ἀνθρώπων πληθύς, καὶ τὰ κτίσματα θρηνήσατε ἅπαντα, σὺν ἑμοὶ τῇ τοῦ Θεοῦ ἡμῶν Μητρί.

Προσκυνῶ τὸ πάθος, ἀνυμνῶ τὴν ταφὴν, μεγαλύνω σου τὸ κράτος φιλάνθρωπε, δι' ὧν λέλυμαι παθῶν φθοροποιῶν.

Τοὺς ἐν εὐσεβείᾳ, μεταστάντας πιστούς, ἐν σκηναῖς δικαίων, Σῶτερ ἀνάπαυσον, βασιλείας σῆς αὐτοὺς καταξιῶν.

νυμνοῦμεν Λόγε, σὲ τῶν πάντων Θεόν, τὸν Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, καὶ δοξάζομεν τὴν θείαν σου ταφήν.

Μακαρίζομέν σε, Θεοτόκε ἁγνή, καὶ τιμῶμεν τὴν ταφὴν τὴν τριήμερον, τοῦ Υἱοῦ σου καὶ Θεοῦ ἡμῶν πιστῶς. 

Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

σύγχρονοι γέροντες...



Στήν εποχή μας, την γεμάτη άγχος καί ανασφάλεια, πού τα επουσιώδη λανσάρονται σαν ουσιώδη, νομίζω πώς πρέπει να θυμόμαστε τούς θαυμαστούς Αγιους Γέροντες ,πού μέχρι πρίν λίγα χρόνια όταν ζούσαν κατά εκατοντάδες τούς επισκέπτονταν ο κόσμος, ακόμα κι ανεξάρτητα θρησκείας ή αθείας, καί τούς παρηγορούσαν, κι ακόμα με τίς προσευχές τους, θεράπευαν από ψυχικές ή σωματικές νόσους πολλούς απ΄αυτούς. Ο Γέροντας Παίσιος ο Αγιορείτης, - πέρα από τίς προφητείες του, έλεγε: 
- «…Ο άνθρωπος που κινείται από το συμφέρον του μόνο, είναι άχρηστος άνθρωπος…».
- «…Ποτέ να μη κατακρίνουμε. Όταν βλέπουμε κάποιον να πέφτει στην αμαρτία, να κλαίμε και να παρακαλούμε τον Θεό να τον συγχωρέσει…».
- «…Εκείνος που βοηθά τον πλησίον του, λαμβάνει βοήθεια από το Θεό. Εκείνος που κατηγορεί τον συνάνθρωπό του με φθόνο, έχει κατήγορό του το Θεό…»
- «…Ποιός ενδιαφέρεται σήμερα για τον άλλο; Κανείς. Όλοι ενδιαφερόμαστε για τον εαυτό μας, για τον άλλο τίποτα. Γι'αυτό θα δώσουμε λόγο. Γιατί ο Θεός που είναι όλος αγάπη δε θα μας συγχωρέσει αυτή την αδιαφορία για τον πλησίον μας…». 
Αλλά, το πιό συγκλονιστικό το έλεγε ο Γέροντα Πορφύριος ο Καυσοκαλυβίτης, το Μοναστήρι του στο Μήλεσι είναι ακόμα και τώρα καταφύγιο τού κάθε πονεμένου, -
-Λοιπόν, έτσι πράγματι πρέπει να βλέπουμε το Χριστό. Είναι φίλος μας, είναι αδελφός μας, είναι ότι καλό καί ωραίο. Είναι το πάν. Αλλά είναι καί φίλος και το φωνάζει:
«Σας έχω φίλους, βρε, δεν το καταλαβαίνετε; Είμαστε αδέλφια. εγώ δεν είμαι… δεν βαστάω την κόλαση στο χέρι, δεν σας φοβερίζω, σας αγαπάω. Σας θέλω να χαίρεστε μαζί μου τη ζωή».
Κι ακόμα ,
«Έχει ο Θεός. Εκεί που απελπίζεσαι, σου στέλνει κάτι που δεν το περιμένεις… αρκεί να Τον πιστεύεις και να Τον αγαπάς. Όπως και Εκείνος μας αγαπά και φροντίζει για εμάς, όπως ο κάθε πατέρας για τα παιδιά του.»
Η αγάπη του προς τους ανθρώπους εκφραζόταν με διαφόρους τρόπους. Ο Γέροντας Πορφύριος δεν είχε ένα διανοητικό, ιδεολογικό, ψυχολογικό, ακόμη καί θρησκευτικό σύστημα ποιμαντικής εργασίας, αλλά όλα τα ρύθμιζε η φλογισμένη καρδιά του από την αγάπη του Χριστού.
Είναι χαρακτηριστικό πως απάντησε σε ερώτηση μιας ξεναγού που εξηγούσε σε ένα γκρουπ το άγαλμα του Δία.:
«Εγώ δεν ξέρω απ'; αυτά, της είπε. Μόνο έτσι όπως το βλέπω, θαυμάζω το έργο του καλλιτέχνη αλλά και το πλάσμα του Θεού, που τόσο τέλεια το δημιούργησε.Καί καταλαβαίνω ότι ο καλλιτέχνης που το έφτιαξε είχε μεγάλη αίσθηση του θείου. Βλέπετε τον Δία, ενώ ρίχνει τον κεραυνό στους ανθρώπους, το πρόσωπό του είναι γαλήνιο. Δεν είναι οργισμένος. Είναι απαθής.» Τι μας λέει αυτό; Ότι ο Θεός δεν έχει πάθος, κι όταν ακόμα τιμωρεί».
Πλείστα βιβλία έχουν γραφθεί γι' αυτούς, με τον βίο τους καί τα θαύματα τα οποία έκαναν, αλλά καί με τίς γεμάτα αγάπη καί κατανόηση λόγους τους.....

Τετάρτη, 28 Ιανουαρίου 2009

"Νικηφόρος ο λεπρός"


Διάβασα ένα βιβλίο πού μού έκανε μεγάλη εντύπωση. Λέγεται «Νικηφόρος ο λεπρός» καί αναφέρεται στόν π. Νικηφόρο, από τό χωριό Συρικάρι Κισάμου. Μέ δυό λόγια, η ζωή του είναι η εξής: Γεννήθηκε σ΄ένα χωρίο τών Χανίων, τό Συρικάρι. Στήν πόλη τών Χανίων όπου πήγε νά βγάλει τό ψωμί του σε ηλικία 13 ετών, είδε πάνω του τά πρώτα σημάδια τής νόσου τής λέπρας, πού τόν σημάδεψε γιά όλη του τή ζωή... Στα 24 χρόνια του, πήγε στό λεπροκομείο τής Χίου. Εκεί έζησε κοντά στόν Αγ. Άνθιμο πού τόν έκηρε μοναχό καί τού έδωσε τό όνομα Νικηφόρος. Αξιοσημείωτο είναι ότι όλα του τά χρόνια, ο νέος αυτός άνθρωπος ήταν φωτεινό παράδειγμα υπομονής. Αντί να απογοητεύεται καί νά παραπονιέται, σιωπούσε μέ καρτερία καί θάρρος. Αντί νά βλέπει τήν αρρώστια του, δόξαζε τόν Θεό καί Τόν υπηρετούσε όσο μπορούσε εκεί μέσα στό λεπροκομείο, που νοσηλευόταν. Κι όταν έκλεισε τό Ίδρυμα αυτό τής Χίου, και μεταφέρθηκε στόν Αντιλεπρικό Σταθμό τής Αθήνας εξακολούθησε νά προσεύχεται θερμά, αν καί σχεδόν παράλυτος πιά, τυφλός, μέ πόδια καί χέρια πού δεν τόν βοηθούσαν, καί νά θεραπεύει πολλούς απ΄ αυτούς πού τού τό ζητούσαν, μέ τήν προσευχή του. Καί τώρα ακόμα, μετά τήν κοίμησή του, τό 1964, πολλοί απελπισμένοι άρρωστοι τού ζητούν νά τούς κάνει καλά, κι αυτός τούς θεραπεύει. Άλλοι βρίσκονται σέ κίνδυνο, κι αυτός επεμβαίνει καί τους σώζει!

Παρασκευή, 26 Δεκεμβρίου 2008

Μήνυμα Οικουμενικού Πατριάρχη γιά τα Χριστούγεννα 2008

Β Α Ρ Θ Ο Λ Ο Μ Α Ι Ο Σ

ΕΛΕΩι ΘΕΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΕΩΣ ΝΕΑΣ ΡΩΜΗΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΥΜΕΝΙΚΟΣ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

ΠΑΝΤΙ ΤΩ ΠΛΗΡΩΜΑΤΙ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ

ΧΑΡΙΝ, ΕΙΡΗΝΗΝ ΚΑΙ ΕΛΕΟΣ ΠΑΡΑ ΤΟΥ ΕΝ ΒΗΘΛΕΕΜ ΓΕΝΝΗΘΕΝΤΟΣ ΣΩΤΗΡΟΣ ΧΡΙΣΤΟΥ

Ἀδελφοὶ καὶ τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,

Ἀνέτειλεν ἡ μεγάλη καὶ ἁγία ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων, ἡ μητρόπολις, δηλ. ἡ μήτηρ καὶ ρίζα ὅλων τῶν ἑορτῶν, καὶ μᾶς συγκαλεῖ ὅλους εἰς πνευματικὴν ἀνάτασιν καὶ συνάντησιν μετὰ τοῦ νηπιάζοντος δι’ ἡμᾶς Παλαιοῦ τῶν Ἡμερῶν.

«Εὐδοκίᾳ τοῦ Θεοῦ καὶ Πατρός», ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ ἱερὸς Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός, «ὁ μονογενὴς Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ καὶ Θεός, ὁ ὤν εἰς τὸν κόλπον τοῦ Πατρός, ὁ ὁμοούσιος τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, ὁ προαιώνιος, ὁ ἄναρχος», συγκαταβαίνει πρὸς ἡμᾶς τοὺς δούλους Του «καὶ Θεὸς ὤν τέλειος, ἄνθρωπος τέλειος γίνεται, καὶ ἐπιτελεῖται τὸ πάντων καινῶν καινότατον, τὸ μόνον καινὸν ὑπὸ τὸν ἥλιον». Ἡ ἐνσάρκωσις αὐτὴ τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ δὲν εἶναι ἕνας συμβολισμός, ὅπως αἱ ἐνσαρκώσεις τῶν ποικιλωνύμων «θεῶν» τῆς Μυθολογίας, ἀλλὰ μία πραγματικότης, ἡ ὄντως νέα πραγματικότης, τὸ μόνον νέον ὑπὸ τὸν ἥλιον, ἡ ὁποία ἔγινεν εἰς συγκεκριμένην ἱστορικὴν στιγμήν, ἐπὶ τοῦ Αὐτοκράτορος Ὀκταβιανοῦ Αὐγούστου, περὶ τὸ 746 (μὲ τὰ νέα ἀστρονομικὰ δεδομένα) ἀπὸ κτίσεως Ρώμης, ἐν μέσῳ συγκεκριμένου λαοῦ, τοῦ Ἰουδαϊκοῦ, «ἐξ οἴκου καὶ πατριᾶς Δαβίδ», εἰς συγκεκριμένον τόπον, τὴν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας, καὶ μὲ πολὺ συγκεκριμένον σκοπόν: «Αὐτὸς ἐνηνθρώπησεν ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν», κατὰ τὴν ἐπιγραμματικὴν ἔκφρασιν τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου. Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τῆς ἐνανθρωπήσεως τοῦ Θεοῦ-Λόγου μᾶς δίδει τὴν δυνατότητα νἀ φθάσωμεν εἰς τὰ ἀκρότατα τῶν ὁρίων μας, τὰ ὁποῖα δὲν ταυτίζονται οὔτε μὲ τὸ «καλὸν κἀγαθὸν» τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων, οὔτε μὲ τὴν «ἀρετὴν» καὶ «δικαιοσύνην» τῶν φιλοσόφων, οὔτε μὲ τὴν γαλήνην τῆς βουδδιστικῆς «νιρβάνα», οὔτε μὲ τὴν ὑπέρβασιν τῆς «εἱμαρμένης» τοῦ λεγομένου «κάρμα» διὰ θρυλουμένων συνεχῶν μεταλλάξεων μορφῶν ζωῆς, οὔτε μὲ τὴν «ἁρμονίαν» τῶν δῆθεν ἀντιθετικῶν στοιχείων κάποιας φαντασιώδους «ζωτικῆς δυνάμεως», οὔτε μὲ κάτι ἄλλο, ἀλλὰ εἶναι ὀντολογικὴ ὑπέρβασις τῆς φθορᾶς καὶ τοῦ θανάτου διὰ τοῦ Χριστοῦ, ἐγκεντρισμός μας εἰς τὴν θείαν ζωὴν καὶ δόξαν Του, καὶ κατὰ χάριν ἕνωσίς μας διΑὐτοῦ μετὰ τοῦ Θεοῦ Πατρὸς ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Αὐτὰ εἶναι τὰ ἔσχατα ὅριά μας: Ἡ προσωπικὴ ἕνωσις μετὰ τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ! Καὶ ἡ Γέννησις τοῦ Χριστοῦ δὲν μᾶς ὑπόσχεται μίαν χιμαιρικὴν μακαριότητα ἤ μίαν ἀφῃρημένην αἰωνιότητα, ἀλλὰ μᾶς προσφέρει «εἰς τὸ χέρι» τὴν δυνατότητα τῆς προσωπικῆς μετοχῆς εἰς τὴν θείαν ζωὴν καὶ τὴν ἀγάπην τοῦ Θεοῦ, εἰς μίαν ἀτελεύτητον κλιμάκωσιν! Μᾶς χαρίζει τὴν δυνατότητα ὄχι μόνον «ἵνα τὴν υἱοθεσίαν ἀπολάβωμεν»(4) ἀλλὰ καὶ «θείας κοινωνοὶ φύσεως» νὰ ἀναδειχθῶμεν. Βεβαίως μέσα εἰς τὴν παγκόσμιον σύγχυσιν καὶ κρίσιν τῶν ἡμερῶν μας αἱ ἀλήθειαι αὐταὶ ἠχοῦν παράξενα. Ἡ ἐλπὶς τῶν περισσοτέρων ἀνθρώπων, ἐναποτεθεῖσα εἰς ἐνδοκοσμικὰς «θεότητας», διαψεύδεται καθημερινῶς κατὰ τρόπον οἰκτρόν. Τὸ ἀνθρώπινον πρόσωπον ταπεινοῦται καὶ συνθλίβεται ἐν μέσῳ ἀριθμῶν, μηχανημάτων, ὑπολογιστῶν, χρηματιστηρίων καὶ ποικιλοχρώμων σημαιῶν κενῆς ἰδεολογικῆς εὐκαιρίας. Ἡ φύσις περιυβρίζεται. Τὸ περιβάλλον συμπάσχει. Οἱ νέοι ἀπογοητεύονται καὶ ἐξεγείρονται διαμαρτυρόμενοι διὰ τὴν ἀδικίαν τοῦ παρόντος καὶ τὴν ἀβεβαιότητα τοῦ μέλλοντος. «Σκότος, γνόφος, θύελλα, φωνὴ μεγάλη» ἐπικρατεῖ εἰς τὸν κόσμον μας καὶ δίδεται ἡ ἐντύπωσις ὅτι ἀπειλεῖται νὰ ἀποκρυβῇ τὸ φῶς τῆς ἐν Βηθλεὲμ ἀνατελλούσης ἐλπίδος καὶ νὰ καλυφθῇ ὁ ἀγγελικὸς ὕμνος τῆς παγκοσμίου χαρᾶς: «Δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη, ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Ὅμως, ἡ Ἐκκλησία, καλοῦσα τοὺς πάντας εἰς σώφρονα περισυλλογήν, ἐπανεκτίμησιν τῶν ἐν τῷ βίῳ προτεραιοτήτων καὶ ἀναζήτησιν εἰς τὸ πρόσωπον τοῦ ἑκάστοτε «ἄλλου» τὰ ἴχνη τῆς ἀξίας παντὸς σεβασμοῦ εἰκόνος τοῦ Θεοῦ, δὲν θὰ παύσῃ νὰ καταγγέλλῃ μὲ ὅλην τὴν δύναμιν ποὺ τῆς χαρίζει ἡ ὑπερδισχιλιετὴς ἐμπειρία της ὅτι τὸ ἐν τῇ φάτνῃ τῆς Βηθλεὲμ ἀνακείμενον Παιδίον εἶναι «ἡ ἐλπὶς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς», εἶναι ὁ Λόγος καὶ ἡ ἐντελέχεια τῆς ζωῆς, εἶναι ἡ λύτρωσις, τὴν ὁποίαν ἀπέστειλεν ὁ Θεὸς εἰς τὸν λαόν Του, τοὐτέστιν εἰς ὁλόκληρον τὴν ἀνθρωπότητα. Ταῦτα ἐν ἀγάπῃ πολλῇ ἀπὸ τῆς μαρτυρικῆς καθέδρας τῆς ἐν Κωνσταντινουπόλει Ἁγίας τοῦ Χριστοῦ Μεγάλης Ἐκκλησίας εὐαγγελιζόμενοι πρὸς τὰ ἀνὰ τὸν κόσμον τέκνα τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου καὶ πρὸς πάντα θεοδιψῆ ἄνθρωπον, ἐπικαλούμεθα ἐπὶ πάντας τὴν εὐδοκίαν, τὴν εἰρήνην, τὴν χάριν καὶ τὴν σωτήριον δωρεὰν τοῦ δι’ ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντος ἐκ τῶν οὐρανῶν, καὶ σαρκωθέντος ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου, καὶ ἐνανθρωπήσαντος Μονογενοῦς Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, ᾯ ἡ δόξα, τὸ κράτος, ἡ τιμὴ καὶ ἡ προσκύνησις, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, εἰς τοὺς αἰῶνας.

Φανάριον, Χριστούγεννα ,βη’


από τα ονόματα που έχουν ακουσθεί κατά το περιβόητο σχέδιο Νίμιτς, ποιό πιστεύετε ότι δεν θα προσέβαλε την χώρα μας, σε διεθνές επίπεδο?